στερεογραφική προβολή

(Γεωδ. - Χαρτογρ.). Αζιμουθιακή προοπτική, που έχει το προβολικό κέντρο πάνω στη σφαίρα και στο εκ διαμέτρου αντίθετο σημείο από το σημείο επαφής του προβαλλόμενου επίπεδου. Ιδιότητες της σ. π. είναι οι εξής: Η προβολή περιφέρειας που διέρχεται από το σημείο όρασης είναι ευθεία, εάν δεν περνά από αυτό είναι πάλι περιφέρεια. Η γωνία των σ. π. δύο γραμμών ισούται με τη γωνία των γραμμών αυτών (η σ. π. διατηρεί τις γωνίες). Με τη σ. π. είναι δυνατό να παρασταθούν τα ημισφαίρια της Γης και, αν μεν πρόκειται να παρασταθεί το ανατολικό ή το δυτικό ημισφαίριο, λαμβάνεται το σημείο όρασης στον ισημερινό, αν δε πρόκειται να παρασταθεί το βόρειο ή το νότιο ημισφαίριο, λαμβάνεται ως σημείο όρασης ο αντίθετος πόλος. Στην πρώτη περίπτωση, οι παράλληλοι και οι μεσημβρινοί παριστάνονται με κάθετες καμπύλες μεταξύ τους, στη δε δεύτερη, οι μεν παράλληλοι παριστάνονται με περιφέρειες οι δε μεσημβρινοί με ευθείες. Με τη σ. π. είναι δυνατόν να παρασταθεί και ένα μόνο τμήμα της επιφάνειας της σφαίρας, π.χ ο χάρτης μιας χώρας. Τότε δε διατηρείται η αναλογία των εμβαδών, αλλά μεταμορφώνονται οι επιφάνειες έως το τετραπλάσιο. Η μέθοδος αυτή είναι η καταλληλότερη και η πιο συμφέρουσα για την απεικόνιση χωρών που βρίσκονται κοντύτερα στο προπολικό επίπεδο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • στερεογραφικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη στερεογραφία 2. φρ. «στερεογραφική προβολή» αζιμουθιακή προβολή κατά την οποία ως προβολικό κέντρο χρησιμοποιείται το αντιδιαμετρικό σημείο τού σημείου επαφής τού επιπέδου προβολής με τη γήινη σφαίρα.… …   Dictionary of Greek

  • στερεογραφία — η, Ν (γεωδ.) μέθοδος γραφικής παράστασης στερεών σωμάτων και μεγάλων περιοχών τής γήινης επιφάνεια με στερεογραφική προβολή. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. stereographie (< στερεός + γραφία*). Η λ. μαρτυρείται από το 1809 στο Λεξικόν… …   Dictionary of Greek

  • Απολλώνιος — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Α. ο Κρόνος (4ος αι. π.Χ.). Φιλόσοφος από την Κυρηναία, δάσκαλος του φιλοσόφου Διόδωρου. 2. Α. ο Ρόδιος (Αλεξάνδρεια 295; – Ρόδος 215; π.Χ.). Ο επιφανέστερος επικός ποιητής της αλεξανδρινής περιόδου. Παιδαγωγός… …   Dictionary of Greek

  • στερεογραφόμετρο — το, Ν (γεωδ.στερεογραφόμετρο χαρτ.) όργανο εύρεσης τού εμβαδού σφαιρικής επιφάνειας με βάση τη στερεογραφική της προβολή …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.